Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Οι Παρασκευές



Τα θέλω μου με κοροιδεύουν. Έχουν στήσει ένα πάγκο απέναντι μου και τρώνε ποπ κορν. Τι θέλεις; ρωτούν τα θέλω. 
Δεν ξέρω. Αιώνια απάντηση. Τίποτα, μάλλον. Και αν κάποτε προσπαθούσα πραγματικά, δεν ξέρω τι θα γινόταν. Μάλλον θα έκανα αρκετά πράγματα, είμαι έξυπνη. Αλλά όσο κάνεις, τόσο πιο πολύ θέλεις, σωστά;

Έρχεται Παρασκευή και με πιάνει σφίξιμο. Σκέφτομαι, άλλες ωραίες Παρασκευές, σκεπασμένοι κάτω απ'τα παπλώματα με ταινίες. Το ξέρω, το δοκίμασα. Ωφελεί.

Έχουν μια συνάντηση δίπλα στο γραφείο μου και γελάνε ηχηρά. Θέλω να τους ρωτήσω. Εσείς, τι θέλετε; Χρήματα και άγνοια. Αυτό θέλουν οι άνθρωποι που βλέπω κάθε μέρα. Και πρέπει να προσποιούμαι ότι τους σέβομαι. 

Σχεδόν συνήθισα να ζω με αυτό το σφίξιμο στο στήθος. Μου κάνει παρέα. Το βράδυ μιλάμε. Το βράδυ, τώρα πια, τίποτα για μένα. Δυο-τρία επεισόδια από τις σειρές που βλέπω, κουβέρτα και ένα μίζερο φορητό καλοριφέρ. Τρώω και ακόμη δε ζεσταίνομαι από μέσα.

Αγόρασα και ένα καινούριο μεηκ-απ, σαν μάσκα είναι, μου αρέσει νομίζω. Η πωλήτρια μου είπε ότι είναι καλυπτικό και ότι πρέπει για την ηλικία μου. Εσύ, τι θέλεις πωλήτρια; Να μιλάς με μαλακισμένες σαν του λόγου μου κάθε μέρα; Και τι έχει η ηλικία μου δηλαδή; 

Ο Σαχτζάτ ήταν 27, δύο χρόνια μικρότερος από εμένα. Ανέφερα το όνομα του πολλές φορές, λες και αν το πω, θα αλλάξει κάτι, θα γυρίσει πίσω. Στο κλαμπ των 27 και αυτός, μόνο που δεν τον αγάπησε ποτέ κανείς όπως την Amy, ή την Janis, ή τον Jim. 

Αυτός ο κόσμος πάει κατά διαόλου. Κατά διόλου. 

Παρασκευή και με πιάνει απελπισία. Κάνω ένα, δύο, τρία βήματα προς την πόρτα. Θα την ανοίξω και θα με λούσει το φως. Ας είναι και τεχνητό. Δεν με πειράζει.

Για τον φίλο μου τον Κώστα και τις ενοχές επιβίωσης του.